Και έτσι κάθομαι από τον καναπέ του καινούργιου μου σπιτιού και γράφω. Είμαι μόνη μου, τα παιδιά πήγανε στον μπαμπά τους. Είναι το πέμπτο βράδυ κατά σειρά που κοιμάμαι και μετά από διήμερο ρεπό, οφείλω να πω ό,τι έκανα αρκετά.
Τα παιδιά έπαθαν ένα σοκ στην αρχή όπως και εγώ. Άργησα να εκφράσω συναισθήματά μου, ούτε έχω ακόμα. Μόνο εχτές άρχισα να αισθάνομαι την χαρά και την διαμονή μου εδώ. Όπως και τα παιδιά αντέδρασαν στην αρχή, πιο ψύχραιμα η κόρη η μεγάλη, πιο αντιδραστικά ο μικρός μου. Όταν όμως ήρθαν οι φίλοι και του είπαν έχεις πολύ ωραίο δωμάτιο, κορδώθηκε και έγινε ακόμα πιο ψηλός από την χαρά του. Η κόρη την βλέπω ζορίζεται και βγάζει αντίδραση τώρα, δεν γίνεται όμως διαφορετικά. Θα πάρει τον χρόνο της και θα συνέλθει.
Το καταφύγιό μου το διαμόρφωσα σε ζεστό καταφύγιο. Όπως αρμόζει σε μένα και δεν θα δεχόμουνα να πάω σε ένα <δεύτερο σπίτι>. Απορώ που βρήκα την δύναμη και δουλειά και μετακόμιση. Υπερδιέργεση. Δεν έχω συνειδητοποιήσει ακόμα ό,τι βρίσκομαι εδώ. Στον καινούργιο μου χώρο, στο καταφύγιό μου. Μόνο που μπαίνω και ξέρω ότι είμαι μόνη μου. Χωρίς να βλέπω τα μούτρα του, χωρίς να ακούω ξεκουμπίσου από το σπίτι μου, χωρίς να δέχομαι τα γ@μησι@τικ@ του κ να μένω μόνο και μόνο επειδή έχει και καλά ένα σπίτι ή μπορεί και δεύτερο. θα πρέπει να συμβιβάζομαι? Όχι. Οπότε από αυτή την άποψη καλά έκανα και έπραξα. Ελευθερία και πάλι Αυτονομία. Βουρ στον πατσά.